Το Ανώτατο Δικαστήριο στην Φυσεντζίδη, σε συμφωνία με το σκεπτικό της πρωτόδικης απόφασης στην Κωνσταντινίδης (που επικαλέστηκαν οι εφεσείοντες), αποφάσισε ότι για να θεωρείται μία ενοικίαση θέσμια (πέραν των γνωστών προϋποθέσεων), το ακίνητο θα πρέπει να ήταν υπό ή προς ενοικίαση κατά το έτος 1999. Αυτή είναι η ουσία της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δεχόμενο τη θέση του εφεσείοντα. Είναι η πρώτη φορά που το Ανώτατο Δικαστήριο αποφασίζει για αυτό το ζήτημα. Η απόφαση αποτελεί δικαστικό προηγούμενο και επηρεάζει τις ενοχικές σχέσεις και τις δικαστικές διαδικασίες.

Στην απόφαση δεν υπήρξε ουσιαστική ανάλυση του ζητήματος του βάρους απόδειξης του ισχυρισμού ότι το ακίνητο ήταν προς ή υπό ενοικίαση κατά το έτος 1999 (πλην της αναφοράς στη μαρτυρία του ιδιοκτήτη ότι δεν το είχε προς ενοικίαση το 1999). Ο ιδιοκτήτης  θεωρείται κατά τεκμήριο, το διάδικο μέρος που έχει όλες εκείνες τις πληροφορίες και στοιχεία που να αποδεικνύουν αν η περιουσία του ήταν υπό ή προς ενοικίαση κατά το 1999. Αδικείται όμως ο ενοικιαστής, που ενώ μπορεί να είναι θέσμιος, δεν έχει τα μέσα ή τη μαρτυρία να το αποδείξει. Στην Φυσεντζίδη μέτρησε ουσιαστικά η μαρτυρία του ιδιοκτήτη, ο οποίος επιδίωκε δικαιοδοσία Επαρχιακού Δικαστηρίου, δεν ενδιαφερόταν δηλαδή να αποδείξει θέσμια ενοικίαση. Πιθανώς να έπρεπε να γίνει αναφορά σε δημιουργία μαχητού τεκμηρίου.

Στο σκεπτικό της απόφασης, ενώ υποστηρίζεται ότι ο νόμος έγινε για ακίνητα που ήταν ενοικιασμένα το 1999, εντούτοις, αφήνεται να νοηθεί (όπως θα έπρεπε εν πάση περιπτώσει) ότι διάδοχοι ενοικιαστές μπορούν να είναι θέσμιοι. Σύμφωνα με το σκεπτικό του Δικαστηρίου, «Η φράση «υπό ή προς ενοικίαση» είχε παρουσιαστεί για πρώτη φορά στο Ν.36/1975. Ο Ν.17/1961, που περιοριζόταν σε υποστατικά εργασίας, με σαφές λεκτικό, δεν περιλάμβανε αυτά που είχαν συμπληρωθεί και ενοικιαστεί για πρώτη φορά μετά την ημερομηνία που τέθηκε σε ισχύ ο Νόμος.[2]  Απέκλειε δηλαδή ο Νόμος ακίνητα τα οποία ήταν μεν συμπληρωμένα αλλά όχι ενοικιασμένα πριν την έναρξη της ισχύος του.  Διαπιστώνεται λοιπόν πως διαχρονικά για την εφαρμογή του νόμου του ενοικιοστασίου, που περιορίζει τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη, η ενοικίαση ή διάθεση του ακινήτου προς ενοικίαση κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος των περιορισμών ήταν προϋπόθεση.»  Αν εδώ εννοείται ότι περιορίζεται το ιδιωτικό δικαίωμα της διάθεσης προς ενοικίαση της ακίνητης ιδιοκτησίας του ιδιοκτήτη, τότε καθόλου δεν εξηγείται γιατί αυτό το δικαίωμα να συνεχίζει να περιορίζεται και σε διάδοχους ενοικιαστές, επειδή ο ιδιοκτήτης είχε την ‘ατυχία’ να το ενοικιάζει το 1999. Αν το δούμε όμως από την σκοπιά της προστασίας των δικαιωμάτων του ενοικιαστή, τότε και πάλι οδηγούμαστε σε μη καταληπτά συμπεράσματα, καθότι δεν επεξηγείται γιατί ο Περί Ενοικιοστασίου Νόμος να θεσπιστεί για να προστατεύσει μελλοντικούς, ακαθόριστούς, διάδοχους ενοικιαστές επί  του ελεγχόμενου ακινήτου, και με αυτό τον τρόπο να περιορίσει μόνιμα τα δικαιώματα του ιδιοκτήτη.

Η απόφαση πιθανώς να δυσχεραίνει την πρόσφατη προσπάθεια του νομοθέτη να επιλύσει το πάγιο πρόβλημα της καθυστέρησης της έξωσης ενοικιαστή στις περιπτώσεις μη καταβολής ενοικίου, που έγινε με την τροποποίηση του νόμου, καθώς θα υπάρχουν ιδιοκτήτες που πληρούν τα υπόλοιπα κριτήρια της θέσμιας ενοικίασης και επιθυμούν να αξιοποιήσουν τη ταχεία αυτή διαδικασία έξωσης του ενοικιοστασίου.  Πιθανώς να υπάρχουν και εκείνοι οι ιδιοκτήτες που ενώ το ακίνητο τους ήταν υπό ή προς ενοικίαση το 1999, δεν έχουν τη διαθέσιμη μαρτυρία να το αποδείξουν. Θα μπορούσε δε ο ενοικιαστής να εγείρει και ζήτημα δικαιοδοσίας του ενοικιοστασίου, με βάση τη νέα προϋπόθεση.

Σίγουρα η απόφαση λύνει τα χέρια πολλών ‘εγκλωβισμένων’ ιδιοκτητών, εφόσον μπορούν να διεκδικήσουν έξωση και άλλα δικαιώματα εκτός Ενοικιοστασίου σε δικαιοδοσία Επαρχιακού Δικαστηρίου, εντούτοις, για τους λόγους που εξηγώ, δεν με βρίσκει σύμφωνο το αιτιολογικό της απόφασης.